20 Ιαν 2018

περί του συμβιβασμού με τα Σκόπια...

Μια αφρικάνικη παροιμία συμβουλεύει «όταν δεν ξέρεις πού πας, κοίτα από πού έρχεσαι». Κάπως έτσι ξεκινούν οι σκέψεις για το Σκοπιανό. Η Μακεδονία, ο τόπος και η κληρονομιά του, πάντοτε αποτελούσε καλή προίκα σε όποιον την κατείχε. Ιδιαίτερα στον 20ο αιώνα έγιναν πέντε πόλεμοι για τη Μακεδονία ή και για τη Μακεδονία. Στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο (1912) πολεμήσαμε τους Τούρκους, στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο (1913) πολεμήσαμε τους Βούλγαρους, η μάχη μάλιστα Κιλκίς – Λαχανά είναι η φονικότερη που έχει δώσει ο ελληνικός στρατός, στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο συγκρουστήκαμε πάλι με τους Βούλγαρους, στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η Βουλγαρία κατείχε την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και τελευταίος ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1943-49) με ξεκάθαρη τη θέση του ΚΚΕ να προχωρήσει σε ανεξαρτησία της Μακεδονίας σε περίπτωση που επικρατούσε. Δεν βάζω, για λόγους συντομίας, επαναστάσεις, αντάρτικο, δράση κατασκόπων, κ.ά. Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι, όταν χύνεται τόσο αίμα σε μια υπόθεση, αργότερα, όταν στραβώσουν τα πράγματα, σου ανεβαίνει και στο κεφάλι.
         Η προπαγάνδα των Σκοπιανών συμπυκνώνεται στην θεωρία του ενός ανεξάρτητου αρχαίου έθνους Μακεδόνων, που, όταν κατέβηκαν οι Σλάβοι, ενώθηκαν με τους σλαβικούς πληθυσμούς και δημιούργησαν το σλαβομακεδονικό έθνος, που ιστορικά είναι το μόνο έχει δικαιώματα στην γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας. Οι Έλληνες που ζουν σήμερα στη Μακεδονία θεωρούνται από τους Σκοπιανούς βιαίως εξελληνισμένοι. Μάλιστα είναι έντονο το ενδιαφέρον τους να βρεθεί κάποια ομάδα που έχει χαρακτηριστικά εθνικής μειονότητας. Η όλη προπαγάνδα οργανώθηκε μετά Β’ παγκόσμιο πόλεμο, με την αρωγή του ΚΚΕ, και με τα ισχυρά εργαλεία που πρόσφερε το κομμουνιστικό καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας. Η ανεξαρτησία της Μακεδονίας αποτέλεσε και παλιά βουλγαρική θέση· με αυτή την τακτική η Βουλγαρία προσάρτησε και την Ανατολική Ρωμυλία. Οι Σκοπιανοί θέλουν να ελέγξουν το παρελθόν για να ελέγξουν κάποια στιγμή και το μέλλον. Θέλουν δικαιώματα στη μνήμη του τόπου, άρα και στο παρόν του και στο μέλλον του.
         Είτε λοιπόν αναγνωριστεί το κράτος αυτό ως «Νέα Μακεδονία», είτε ως «Άνω Μακεδονία», είτε ως «Βόρεια Μακεδονία» η σύνδεση του σημερινού κράτους με την αρχαία Μακεδονία αλλά και τη μεσαιωνική θα είναι ευκολότερο γι’ αυτούς να προπαγανδιστεί. Ο συσχετισμός των δυνάμεων κρίνει πάντα το όποιο αποτέλεσμα στην εξωτερική πολιτική. Αν η Ελλάδα ως κράτος έχει μεγάλη σημασία γεωπολιτικά αλλά μικρή ισχύ δεν θα είναι σε θέση να υπερασπίσει και να προωθήσει τα συμφέροντά της. Το σημαντικό για τους ισχυρούς θα είναι να την ελέγξουν, όχι να την υπερασπίσουν. Για παράδειγμα και η ενωμένη Γιουγκοσλαβία ήταν σημαντική στην περιοχή αλλά δεν διέθετε την ισχύ για να διατηρήσει την ενότητά της· και η Ελλάδα είναι σημαντική για την περιοχή αλλά μέσα σε δυο χρόνια κρίσης έχασε περίπου το 14% του ΑΕΠ της για να φτάσουν οι απώλειες το 25%, παλεύει για κάποια διευθέτηση δημόσιου χρέους από το 2012, ενώ δεν μπορεί να δώσει «μια κάποια λύση» στο Κυπριακό ούτε να σταματήσει τις καθαρές απειλές της Τουρκίας. Δεν υπάρχει άλλη χώρα που να αμφισβητούνται τόσο καθαρά τα σύνορά της και οι συνθήκες που τα ορίζουν. Η Ελλάδα δεν μπορεί να εφαρμόσει το διεθνές δίκαιο ούτε στις ακτές της Πελοποννήσου επεκτείνοντας νόμιμα τα θαλάσσια σύνορά της στα 12 μίλια. Το μέλλον δεν φαίνεται λαμπρό ούτε οικονομικά ούτε δημογραφικά. Συνεπώς η δημιουργία μιας νέας εκκρεμότητας στα βόρεια σύνορά της δεν μπορεί να θεωρηθεί μικρό θέμα. Εδώ είναι Βαλκάνια· δεν συζητούμε για τα σύνορα Γερμανίας – Ολλανδίας.
         Ο συμβιβασμός, η διαπραγμάτευση που περιγράφεται και συζητείται σήμερα αφορά μόνο το όνομα. Τα κόμματα που συμφωνούν στη χρήση κάποιου επιθετικού προσδιορισμού στο όνομα δεν βγάζουν μιλιά για την «ύπαρξη μακεδονικού έθνους», «μακεδονικής γλώσσας», για τη διεθνή προπαγάνδα των Σκοπίων και επιμένουν στην αφαίρεση κάποιων αγαλμάτων και ονομάτων. Και μάλιστα μέσω των κρατικών και ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών χαρακτηρίζουν εθνικιστές όσους δεν αποδέχονται την παράδοση του ονόματος, όταν, πλέον είναι σαφές, η χρήση του ονόματος από τους γείτονες δεν επιτρέπει τη διοικητική, εμπορική και πολιτιστική χρήση του από μας. Η Ελλάδα πρέπει πλέον να κατοχυρώσει το αυτονόητο. Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή διαπραγματεύεται την ελληνική χρήση του ονόματος Μακεδονία. Είναι γελοίο, για να μην πω προδοτικό, όταν Έλληνες σχολιαστές κατηγορούν όλους όσους υπερασπίζουν το αποκλειστικό ελληνικό δικαίωμα στη μακεδονική κληρονομιά, και την ίδια στιγμή δεν έχουν κανένα πρόβλημα με την επιθετικότητα των γειτόνων. Εκεί δεν βλέπουν εθνικισμό να κατηγορήσουν.
Για να θεωρηθεί συμβιβασμός και όχι ντροπιαστική ήττα η συμφωνία, θα πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου ιστορικού συμβιβασμού για τους γείτονες. Θα πρέπει να επαναπροσδιοριστεί η ονομασία της εθνικότητάς τους και της γλώσσας τους, να αλλάξουν το Σύνταγμά τους και τα σχολικά τους βιβλία και να αποκηρύξουν δημόσια και καθαρά κάθε επιθετική προπαγάνδα εναντίον της Ελλάδας. Ακόμη και σήμερα στο Σύνταγμά τους αναφέρονται έμμεσα σε ύπαρξη εθνικής μακεδονικής μειονότητας σε όλο τον χώρο της ελληνικής Μακεδονίας. Σε όσα περισσότερα συμβιβαστούν τόσο δυσκολότερο θα είναι γι’ αυτούς να επιστρέψουν κάποια στιγμή με μια αλλαγή κυβέρνησης. Αν κρίνουμε από τη δύναμη της κυβέρνησης Ζάεφ (μειοψηφία και στη Βουλή και στο εκλογικό σώμα) δεν φαίνεται ότι είναι ικανή για τέτοιους συμβιβασμούς. Η χρήση του ονόματος  πάντα θα τους δίνει ένα πάτημα για φωνές και διεκδικήσεις, τουλάχιστον όμως θα έχουμε στα χέρια μας ένα ισχυρό χαρτί, μια συμφωνία.
Είναι εξοργιστικό να υπερασπίζουμε την ελληνικότητα κάποιου που ονομάστηκε Αλέξανδρος. Ενός ηγέτη που διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό σε όλο τον κόσμο· που τον έκανε οικουμενικό. Ενός ηγέτη που έκανε την ελληνική γλώσσα κοινή, που ίδρυσε δεκάδες πόλεις με έναν ελληνικό ναό, ένα στάδιο, μια αγορά και ένα θέατρο. Προφανώς αν η αντιγραφή και οικειοποίηση  συμβόλων ήταν αγαθή, δεν υπήρχε αυτή η γραφική επιθετικότητα και δεν υπήρχε η ιστορική φόρτιση του παρελθόντος όλα θα ήταν διαφορετικά. Στις ΗΠΑ υπάρχουν πόλεις που ονομάζονται Αθήνα, οι Σέρβοι χρησιμοποιούν ως εθνόσημο τα 4Β των Παλαιολόγων, ο δικέφαλος αετός χρησιμοποιείται από τη Ρωσία και ποτέ δεν υπήρξε πρόβλημα. Δεν τύπωσαν όμως ψεύτικους χάρτες, δεν διεκδίκησαν εδάφη, δεν προώθησαν με καλά οργανωμένες εκστρατείες διεκδικήσεις εναντίον της Ελλάδας. Οι Σκοπιανοί είναι αυτοί που βγάζουν εθνικό απωθημένο, δεν είναι οι Έλληνες.
Αν είναι να βγει κάτι καλό από αυτή την υπόθεση, δεν θα είναι ο συμβιβασμός. Δεν θα είναι επίσης ο πατριωτισμός των συνθημάτων και των συλλαλητηρίων καθώς ο πατριωτισμός και η ιστορική αφήγηση στην Ελλάδα γίνεται συχνά πεδίο προβολής κάποιων αστοιχείωτων και γραφικών σχολιαστών, περίπου πολιτικών και δημοσιογράφων. Δυστυχώς, σχεδόν το αναλαμβάνουν αποκλειστικά. Ας είναι μια ευκαιρία για μια καλύτερη ματιά στην ιστορία, στον ελληνικό πολιτισμό, αυτόν που υπήρξε μαγνήτης για όλο τον πολιτισμένο κόσμο, και ιδιαίτερα για την Ευρώπη και τους λαούς της ανατολικής Μεσογείου.

ΓΚ
        

         

15 Ιαν 2018

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΕ ΤΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΤΕΙΧΗ ΤΟ 1864


Σύντομη και ενδιαφέρουσα περιγραφή της γνωστής φωτογραφίας με το παραλιακό τείχος της Θεσσαλονίκης.

6 Ιαν 2018

Για την ελληνική γλώσσα...

της Ελένης Γλύκαντζη – Αρβελέρ

Πατρίδα του καθενός βέβαια είναι ο τόπος που γεννήθηκε, αλλά πατρίδα του, επίσης, πνευματική είναι και η γλώσσα που πρωτομίλησε. Διόλου περίεργο, λοιπόν, που σ’ ένα κόσμο σύγχυσης με αμβλυμμένη την προοπτική του μέλλοντος, σε μια κοινωνία με ακαθόριστη πορεία, η μόνη βεβαιότητα, η μόνη σίγουρη αναφορά είναι η κληρονομιά που διασώζει η γλώσσα ως σύνοψη, ως συμπέρασμα του πατροπαράδοτου κατορθώματος. Οπωσδήποτε, η κληρονομιά αυτή παίζει στη ζωή του καθενός το ρόλο του «ταλάντου» της παραβολής του Ευαγγελίου, και λογοπαίζοντας θα πω το ρόλο του ταλέντου.
         Ας δούμε αυτή τη σύνοψη κληρονομιάς υπό την ελληνική σκοπιά, δηλαδή τη γλώσσα. Ένας Ούγγρος συγγραφέας, ο Μαράυ, έγραψε μιλώντας για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο ότι κάποτε οι Έλληνες ήταν ένας ευτυχισμένος λαός, που ήξερε να χαίρεται και να γελά θαυμάζοντας την απαράμιλλη δημιουργία του σε όλους τους τομείς: την τέχνη, τα γράμματα, την επιστήμη, την πολιτική με τον καιρό έσβησαν τα δημιουργήματα και έμεινε ένας λαός σαν τους άλλους, που μιλάει μόνο ελληνικά. Θα ήθελα εδώ να υπογραμμίσω ότι αυτό το «μόνο», ότι μιλάει δηλαδή ελληνικά, κάνει ακριβώς τους Έλληνες να μην είναι σαν τους άλλους. Ο λαός που συνεχίζει να μιλά τη γλώσσα που πρώτη ως κοινή διέδωσε το πολιτιστικό και ευαγγελικό μήνυμα στους λαούς του τότε γνωστού κόσμου, στην οικουμένη, αυτός ο λαός δεν μπορεί να είναι σαν τους άλλους.
         Χάρη σ’ αυτή τη γλώσσα ακριβώς, τη μητρική για τους Έλληνες, ο Έλληνας γεννιέται σχεδόν πολιτισμένος, έτοιμος δηλαδή να αφομοιώσει έννοιες και ιδέες που έπλασαν τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού και δίδαξαν την πανανθρώπινη αρετή, αυτή που οι άλλοι να θέλουν, για να γίνουν - με τον καιρό – πολιτισμένοι. Να συνοψίσω βιαστικά ότι από το αλεξανδρινό κατόρθωμα και μετά, κατά τους λεγόμενους ελληνιστικούς χρόνους, όπου όλοι ήθελαν να μοιάζουν στους Έλληνες, η ελληνική γλώσσα – το «ελληνίζειν» - ήταν απόδειξη της συμμετοχής στον πιο εκλεπτυσμένο τρόπο ζωής και σκέψης. Τα ελληνικά που μιλούνταν «από τα Φράατα και τον Ζάγρο πέρα», όπως γράφει ο Καβάφης, ήταν ο φορέας της φήμης και το όνομα «Έλλην» τότε δεν ανήκε μόνο στους Έλληνες, «ου του γένους αλλά της διανοίας», γράφει χαρακτηριστικά ο Ισοκράτης, αλλά σε όλους όσους μετείχαν της ελληνικής παιδεύσεως.
         Λογικά, χάρη στη διεθνοποιημένη αυτή γλώσσα, τη γνωστή με το όνομα «κοινή», διαδόθηκε το πνευματικό μήνυμα που άλλαξε τις τύχες του κόσμου· και εδώ δεν εννοώ μόνο το αρχαιοελληνικό μάθημα που μεταλαμπαδεύτηκε στη Ρώμη και ύστερα σε όλη την Ευρώπη, αλλά μιλώ για τη νέα θρησκεία, τον χριστιανισμό. Συνοπτικά θα αναφέρω ότι από τα 27 βασικά κείμενα που απαρτίζουν τον χριστιανικό κώδικα, τα 26, δηλαδή όλα εκτός από το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» που είναι γραμμένο αραμαϊκά, όλα είναι γραμμένα ελληνικά: οι Πράξεις και οι Επιστολές των Αποστόλων, που απευθύνονται σε Ρωμαίους, Έλληνες και Εβραίους, όπως άλλωστε και προηγουμένως στην Αλεξάνδρεια η μετάφραση Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης έγινε ακριβώς για τους ελληνόφωνους Ιουδαίους της πόλης, όπως αργότερα η «Αποκάλυψη» αποτέλεσε ακριβώς μαζί με τα άλλα δείγματα ένα επίλεκτο παράδειγμα της ελληνικής γραμματείας.
         Δε θα σταθώ ιδιαίτερα, όπως θα χρειαζόταν ίσως, στο πολυσήμαντο και πολυδιάστατο έργο των πατέρων της εκκλησίας· όλοι ασκούν και διεκδικούν με τον τρόπο τους το «ελληνίζειν». Όπως γράφει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στον Ιουλιανό τον Παραβάτη, είναι βάση της παιδείας, αυτής ακριβώς που στηρίζει ως τα σήμερα την ατομική χριστιανική ηθική, τόσο της «έσωθεν» όσο και της «θύραθεν» παιδείας. Θα θυμίσω μόνο, ότι σε όλο τον ευρωπαϊκό κόσμο τα ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα που μιλιέται και εξελίσσεται χωρίς διακοπή· από την πρώτη της εμφάνιση – κι αυτό στον χώρο όπου είδε το φως – ζει και αναπτύσσεται ως τα σήμερα, εδώ δηλαδή και χιλιάδες χρόνια. Αυτό εξηγεί, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι τα ελληνικά – αντίθετα από τα λατινικά – δεν έχουν ελληνογενείς νεότερες γλώσσες. Τα ελληνικά είναι γλώσσα ανάδελφη· άλλωστε, η λέξη «ανάδελφος» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ζακυθηνό για την ελληνική γλώσσα και όχι βέβαια για το ελληνικό έθνος, όπως ειπώθηκε αργότερα κακώς· κακώς, γιατί όλα τα έθνη είναι ανάδελφα. Με μια λέξη θα πω ότι τα ελληνικά δεν έγιναν ποτέ μια γλώσσα νεκρή· γι’ αυτό και μόνο η ελληνική γλωσσική συνέχεια έχει αποδεικτικά ιστορικό και πνευματικό χαρακτήρα.
         Κατά τη μακραίωνη εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας, η ελληνική παρουσία στην Ευρώπη διαγράφεται κυρίως με τα πολυπληθή δανείσματα των ευρωπαϊκών γλωσσών από τα ελληνικά. Θα αναφέρω εδώ τις λεξικές κυρίως επιδράσεις· οι λέξεις, βέβαια, δείχνουν ότι όχι μόνο το όνομα αλλά και το πράγμα έχουν την ίδια καταγωγή. Ειπώθηκε χαρακτηριστικά ότι όλες οι λέξεις γύρω από τον έρωτα – εκτός από τη λέξη «sex» - είναι ελληνικής καταγωγής. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι σε όλες τις γλώσσες οι λέξεις «θέατρο», «φιλοσοφία», «μαθηματικά» και συνακόλουθα τα ονόματα όλων σχεδόν των επιστημών είναι λέξεις ελληνικές, εκτός βέβαια από την αραβογενή «χημεία» και την «άλγεβρα», όπως επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι οι λέξεις «μουσείο» και «βιβλίο» βρήκαν ως όροι και ως πράγμα την παγκόσμια διάδοση που γνωρίζουν, χάρη ακριβώς στο πρώτο νόημα που έδωσαν σ’ αυτές οι Έλληνες. Τα παραπάνω αποτελούν δανείσματα ζωντανά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αποδείξεις μιας μακραίωνης ιστορίας που για τους Έλληνες είναι «κτήμα ες αεί».
         Αλλά μια και μιλάμε για γλωσσικά δανείσματα, να προσθέσω ότι τα κατορθώματα της ελληνικής γλώσσας μαρτυρούνται και σε άλλους τομείς χάρη σε νέες εμπειρίες, στα βυζαντινά π.χ. ελληνικά γράμματα. Τα νέα αυτά δανείσματα των ευρωπαϊκών γλωσσών από την Ελληνική αφορούν κυρίως στα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά πράγματα· θα αναφέρω, για παράδειγμα, τις λέξεις «εκκλησία», «ορθοδοξία», «καθολικός», «αίρεση», «ιεραρχία» και, βέβαια, τη λέξη και την έννοια «εικονοκλάστης», που τόσο αρέσει στους επαναστατημένους νέους της σημερινής Ευρώπης.
         Δεν θέλω να ξεχάσω, ακόμη, ότι πανευρωπαϊκή είναι η λέξη «μάρτυρας», που δηλώνει αυτόν που βρίσκεται πιστός στις πεποιθήσεις και την πίστη του ως τον θάνατο· μονάχα όμως στα Ελληνικά η λέξη «μάρτυρας» είναι δίσημη: δηλώνει και αυτόν που μαρτυρά την αλήθεια, το ορθό, και αυτόν που μαρτυρά, που βρίσκει δηλαδή μαρτυρικό θάνατο για την αλήθεια και το ορθό. Πώς να μη σταθώ σ’ αυτό το εύλογο παράδειγμα, για να τονίσω το ουσιώδες της πατροπαράδοτης κληρονομιάς, ότι η γλώσσα και με μόνη την εξέλιξη της σημασίας απλών -πολλές φορές- λέξεων γίνεται απόδειξη της ιστορικής συνέχειας και του ζωντανού πολιτιστικού βιώματος! Υποθήκη σε όλους τους νέους: μάθε αυτή τη γλώσσα που είχες την τύχη να την έχεις μητρική για να είσαι ριζωμένος σε σίγουρη αρετή:«Δεν έχω άλλα στον νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα», ομολογούσε ο Σολωμός.
         Ταυτότητά μας, όμως, αποκλειστική είναι η ελληνοφωνία· τα ελληνικά ως γλώσσα κάνουν πάνω απ’ όλα τον Έλληνα, όπως τα Γαλλικά -έτσι γράφουν οι Γάλλοι- κάνουν τον Γάλλο, «κάνουν τον πιο άξεστο και αγροίκο» -γράφει ο Braudel- να «μετέχει χωρίς προσπάθεια στον πιο πλήρη και πιο σύγχρονο πολιτισμό, δηλαδή τον γαλλικό». Μόνο η σωστή χρήση της Ελληνικής, όμως, παραπέμπει στην απρόσκοπτη γνώση της πολιτιστικής ρίζας της Ευρώπης. Έτσι, σε μια διεθνή συνάντηση στην Κοπεγχάγη, όταν ένας Άγγλος συνάδελφος περηφανεύτηκε επειδή μόνο αυτός είχε το προνόμιο να ακούει όλους να μιλούν τη μητρική του γλώσσα, τα Εγγλέζικα, τον διέκοψα λέγοντάς του -αγγλικά βέβαια- ότι εγώ ως ελληνογεννημένη έχω ακόμη πιο σπουδαίο προνόμιο, να βλέπω δηλαδή ότι όλοι πασχίζουν να καταλάβουν πέρα από τις λέξεις το ουσιώδες, τις έννοιες με τις οποίες γαλουχήθηκα ως ελληνόφωνη.
         Ωστόσο, έχει απολύτως δίκαιο ο Κύπριος ποιητής –μιλώ βέβαια για τον Μόντη- που διαλαλεί ότι «ελάχιστα μας διαβάζουν, ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας, μένουμε αχειροκρότητοι και αδικαίωτοι σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά». Αυτό, όμως, αντισταθμίζεται από το ότι γράφουμε και μιλούμε ελληνικά· όπως και να ’χει, μένει μόνο δικό μας μνημείο -και μάλιστα αιώνιο- η ελληνική γλώσσα, αυτή που μας δένει με το χθες και μας οδηγεί στο αύριο. Αυτή είναι η ακράδαντη βεβαιότητα για το μέλλον, που δεν κινδυνεύει παρά μόνο από τους επιλήσμονες, εμάς. Με τη τέλεια γνώση της Ελληνικής, μ’ αυτό το εφόδιο θα καταφέρει ο νέος να πλουτιστεί και με ξένα γλωσσικά διδάγματα· γιατί στη σύγχρονη κοινωνία η γλωσσομάθεια είναι το απαραίτητο άνοιγμα προς τον άλλο, τον φίλο, αλλά και τον επίβουλο εχθρό.
         (…)
         Ο δρόμος είναι βέβαια «μακρύς και σκολιός», αλλά, όπως έγραψε ο Σεφέρης, «οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά».

Ελένη Γλύκανζτη – Αρβελέρ
Θεσσαλονίκη, η πολυάνθρωπος και πολυδέγμων
Εκδόσεις «Το Παλίμψηστον»

26 Νοε 2017

Η μυστική παπαρούνα

Το μυθιστόρημα «Η ζωή εν τάφω» του Στρατή Μυριβήλη στηρίζεται στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στα βουνά της Μακεδονίας και αποτελεί ένα εμβληματικό μυθιστόρημα της ελληνικής λογοτεχνίας.

Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.
Μου έρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σα μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγαρόστρωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει δε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτα. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προστατεύει σαν ασημί σκοτάδι.
Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ’ άφησαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πώς ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.
Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ’ ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτό σύρμα. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ’ εδώ χρόνον καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. Ήρθαν και σάπισαν από τα νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα ‘καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Άλλα πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρισμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα με τάξη το ‘να πάνου στο άλλο.
Από δω το θέαμα θα ‘ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που ‘ναι πάνω πάνω. Ένας απ’ αυτούς λιώνει μεμιάς κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου έκανε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.
Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους  γεώσακους. Και μου ξεφανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που ΄ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ’ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα, ανοιγμένη σα μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα βλεπε πως ήταν άλικη, μ’ ένα μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ’ αργήσει ν’ ανοίξει κι αυτός. Και θα ‘ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως στα κατάβαθα της ψυχής. Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χρώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει αυτό το λουλούδι, που μ’ αυτό μού αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη μου ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια μου από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ’ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπιν σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια αναπάντεχη χαρά της αφής (…) Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:
- Καληνύχτα… καληνύχτα και ‘σαι ευλογημένη.
Γύρισα γλήγορα στ’ αμπρί. Αν μπορούσα να κάμω φωταψία… Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! Άναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόση μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ’ αφουγκράζουμαι. Είναι ένα παιδικό τραγούδι

Φεγγαράκι μου λαμπρό…

«Η Ζωή εν τάφω»
Στρατής Μυριβήλης
Εκδ. Εστία